Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Το «μεγαλείο» της κυβερνητικής αριστείας: Μας χαρίζουν ένα ευρώ και μας αρπάζουν δύο.

Το «μεγαλείο» της κυβερνητικής αριστείας: Μας χαρίζουν ένα ευρώ και μας αρπάζουν δύο.
Παρακολουθώ με θαυμασμό το επικοινωνιακό κρεσέντο της κυβέρνησης, η οποία χύνει καθημερινά ποτάμια κροκοδείλιων δακρύων για το δημογραφικό πρόβλημα, την ίδια ώρα που με την άλλη τσέπη εφαρμόζει μια πολιτική καθαρής κοινωνικής αναλγησίας. Φαίνεται πως για το οικονομικό επιτελείο, η «στήριξη της ελληνικής οικογένειας» είναι απλώς μια ωραία έκθεση ιδεών, αφού στην πράξη το σύστημα έχει στηθεί έτσι ώστε να τιμωρεί όποιον πασχίζει να επιβιώσει. Η περίπτωση της δικής μου τρίτεκνης οικογένειας —με δύο παιδιά που σπουδάζουν και ένα στο Λύκειο— αποτελεί ένα μνημείο του κυβερνητικού παραλογισμού: • Η «αριστεία» των αυθαίρετων τεκμηρίων: Με μια υπογραφη, βαφτιστήκαμε «προνομιούχοι» με ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα 17.500 ευρώ. Το κράτος αποφάσισε μαγικά ότι βγάζουμε λεφτά που δεν είδαμε ποτέ, αγνοώντας προκλητικά τα πραγματικά μας έσοδα. • Η τιμωρία της εργασίας: Επειδή τα έξοδα για δύο φοιτητικά σπίτια στην επαρχία δεν καλύπτονται με κυβερνητικά ευχολόγια, η σύζυγός μου αναγκάζεται να εργάζεται σκληρά. Για το κράτος όμως, αυτό δεν είναι ανάγκη επιβίωσης· είναι «τεκμήριο πλούτου». • Το λογιστικό ρεζιλίκι: Το παιδί μας έκανε το «λάθος» να δουλέψει για μόλις ενάμιση μήνα, για να καλύψει τα προσωπικά του έξοδα. Το υπερσύγχρονο ψηφιακό κράτος έσπευσε να προσμετρήσει αυτό το πενιχρό μεροκάματο, μαζί με το επίδομα ενοικίου ενός μήνα, στο οικογενειακό εισόδημα! • Το αποτέλεσμα αυτού του σοσιαλ-δεξιού παραλογισμού; Μας έκαναν «τη μεγάλη τιμή» να μας πετάξουν εκτός των ορίων και να μας κόψουν το επίδομα παιδιού (Α21) ύψους 224 ευρώ το δίμηνο. Μας στερήσανε, δηλαδή, το «μυθικό» ποσό των 1.344 ευρώ τον χρόνο. Αυτό είναι το μεγαλείο της Ελλάδας του σήμερα: Από τη μια πλευρά η κυβέρνηση μοιράζει με τυμπανοκρουσίες επιδόματα-ψίχουλα και από την άλλη σου αρπάζει τα διπλάσια μέσα από φορολογικές παγίδες και κακοτεχνίες. Όταν οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως φορολογικά βάρη και η ανάγκη των νέων για ένα μεροκάματο βαφτίζεται «πολυτέλεια», η υποκρισία περισσεύει. Σταματήστε τις θεωρητικές διακηρύξεις για το δημογραφικό. Όταν εξοντώνετε με λογιστικά κόλπα τις τρίτεκνες οικογένειες, το μόνο που καταφέρνετε είναι να επιβεβαιώνετε ότι η «αριστεία» σας εξαντλείται στην αφαίμαξη των πολλών. Κούτσικος Κωνσταντίνος

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Το πανηγύρι στήθηκε στου Αηλιά τ' αγνάντι!!

Το πανηγύρι στήθηκε στου Αηλιά τ' αγνάντι!!
Μια ακόμη επιτυχία σημείωσε το διήμερο παραδοσιακό πανηγύρι στον Προφήτη Ηλία Βραγκιανών. Με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού και Φυσιολατρικού Συλλόγου Βραγκιανών Αργιθέας το Αγνάντι μπροστάρηδες να κρατήσουν το θεσμό, με μεράκι και αγάπη για τον τόπο που τους διακρίνει, για στήριξη στα ήθη και έθιμα, ανταμώσαμε ξανά στο εξωκλήσι του χωριού μας και διασκεδάσαμε. Ένας αλλιώτικος χορός φέτος με κέφι και πολύ συγκίνηση ως το πρωί και την ημέρα ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία έως αργά το απόγευμα παρά τις μεγάλες θερμοκρασίες που επικρατούσαν, αλλά και τις δύσκολες συγκυρίες λόγω πολλών πενθών στο χωριό μας. Τα μέλη του συλλόγου ευχαρίστησε τους χορηγούς αλλά και τον κόσμο που ανταποκρίθηκε στην εκδήλωση. Εδωσαν ραντεβού στις 12 Αυγούστου στον ίδιο χώρο με τη γιορτή πλαστού.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Νικητές «Φρόνιμα και ταχτικά πάω μ’ εκείνον που νικά...» Κώστας Βάρναλης Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

Νικητές «Φρόνιμα και ταχτικά πάω μ’ εκείνον που νικά...» Κώστας Βάρναλης Γράφει ο Γιάννης Φρύδας Στις επόμενες εκλογές δεν ξέρω ποια κυβέρνηση θα μαστορέψουμε με την ψήφο μας ούτε πόσα προβλήματα θα λύσουμε ή θα προσθέσουμε στη χώρα μας και στη ζωή μας… Ωστόσο, μέχρι τότε θα γελάσουμε πολλές φορές, θα εξοργιστούμε περισσότερες και στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα κλάψουμε για άλλη μια φορά και θα καταριόμαστε την τύχη μας, αφού, ως γνωστόν, οι επιλογές μας είναι πάντοτε σωστές… Εδώ και καιρό παρακολουθούμε μια ασυνήθιστη κινητικότητα στην πολιτική ζωή του τόπου. Κόμματα ιδρύονται, κόμματα διαλύονται και δεν ξέρεις με ποιο ρήμα να χαρείς: με το «ιδρύονται» ή με το «διαλύονται»; Χώρια που σε τυραγνάει και μια εύλογη απορία αν υπάρχουν τόσες ιδεολογίες που να δικαιολογούν τη γέννηση ή την ύπαρξη όλων αυτών των κομμάτων. (Όσοι έχετε την ίδια απορία ελάτε να μαζευτούμε να κάνουμε κι εμείς το κόμμα της απορίας… Το χαρτί απορίας μάς το ετοιμάζουν άλλοι…). Ακόμη πιο ασυνήθιστη είναι η κινητικότητα πολιτικών, πολιτευτών και άλλων τινών που αγωνιωδώς αλληλοσπρώχνονται και αλληλοστριμώχνονται, μετατρέποντας την πολιτική ζωή σε πολύβουη εμποροζωοπανήγυρη (ή γομαροπάζαρο…). «Αρχινάει στα Τρίκαλα, Λιάκο μ’, το παζάρι…». Είμαι άξιο στέλεχος, ποιο κόμμα θα με πάρει; Ευρωβουλευτής ο άλλος (τον τίμησε το κόμμα του και προπαντός εκείνοι που τον ψήφισαν) και βολιδοσκοπούσε να προσχωρήσει σε νέο, υπό δημιουργία κόμμα. Όταν τον πήραν μυρωδιά (παράγεται μπόχα, πώς να κρύψεις τη μπόχα;) και τον διέγραψαν, προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ και εμφανίστηκε στην τηλεόραση με πράσινη γραβάτα (και χωρίς να κοκκινίζει) να αναπτύσσει τις θέσεις του, δηλαδή πώς θα μας σώσει. Τι περιμένεις, έρμε ψηφοφόρε, απ’ αυτό το γελαστό παιδί (ονόματα δε λέμε, Φαραντούρης το επώνυμο), να σε ξαναγελάσει πάλι; Τι θα πεις, ορέ Φαραντούρη, στους ψηφοφόρους σου; Ξέρω τι θα πεις: «Τον γκαβό στο στραβοχώρι πρωτομάστορα τον κάνουν». Η Τζάκρη από το ΠΑΣΟΚ πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ, από εκεί στους Δημοκράτες και τώρα, πρασινοφορεμένη πάλι, ετοιμάζεται για το ΠΑΣΟΚ. Λες και είναι φεριμπότ στη γραμμή Ρίο-Αντίρριο… «Δεν έφυγα ποτέ από τη δημοκρατική παράταξη και πάντα υπηρετώ τον πατριωτικό σοσιαλισμό» δήλωσε η ίδια. Θοδώρα, ούτε εγώ έφυγα ποτέ από το Μαρκελέσι Αργιθέας κι ας μην ξέρω ποιον σοσιαλισμό υπηρετώ… Τέλος πάντων, δε βγάζεις άκρη με τη Τζάκρη και με πολλούς άλλους ανάλογης πολιτικής συμπεριφοράς. Οι παραπάνω αναφέρονται ενδεικτικά ως παραδείγματα κομματικής μετακίνησης. Ίσως ο Μπίστης να αποτελεί την κορυφαία περίπτωση, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ξέρω πού βρίσκεται κομματικά, ενδεχομένως να μην ξέρει κι ο ίδιος... Πάντως, οι πολιτικοί γυρολόγοι αυξήθηκαν επικίνδυνα τελευταία, όπως οι λαγοκέφαλοι στη θάλασσα. Όμως, ακόμη πιο επικίνδυνοι είναι οι μ’σουκέφαλοι στη στεριά (μ’σουκέφαλους είναι ο μισοκέφαλος, δηλαδή ο ανόητος, ο επιπόλαιος, κοινώς το κουτορνίθι). Εκεί που δοκιμάζεις για τα καλά τα νεύρα σου είναι όταν ακούς ή διαβάζεις τις δηλώσεις τους (με τις οποίες προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη στάση τους) κι όταν βλέπεις να γλείφουν εκεί που έφτυναν. Θα είχε πολλή πλάκα μια ανθολογία με τις δηλώσεις των ποικιλόχρωμων αυτών λουλουδιών της πολιτικής, με την οποία θα έσκαγαν στα γέλια και τα ποικιλόχρωμα (παρδαλά) κατσίκια… Γιατί όλες αυτές οι μετακινήσεις; Πρώτον (και σπουδαιότερον), γιατί θέλουν το βράδυ των εκλογών να είναι νικητές. Δεν τους νοιάζει αν θα έρθει πρώτο το κόμμα με το οποίο θα πολιτευτούν, αρκεί να μπουν στη Βουλή. Για την έδρα τους πρόκειται… Γι’ αυτό, με απόλυτο τακτικισμό, επιλέγουν να πάνε με κόμμα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τους διασφαλίζει αυτή την προοπτική. Είδατε ποτέ κανέναν να πηγαίνει σε παράταξη που φαίνεται ότι μένει εκτός Βουλής; Πάει μ’ εκείνον που νικά… Τα είπε ο Βάρναλης παραπάνω, μην τα ξαναλέμε… Δεύτερον (κι ακόμη πιο σπουδαιότερον), έχουν καταλάβει ότι κι εμείς οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σκεφτόμαστε και, αντί να αναζητήσουμε τους έντιμους και συνεπείς πολιτικούς, προτιμάμε τους κάθε λογής σαλτιμπάγκους και καταφερτζήδες. Διότι ο καταφερτζής, λέγω, αφού είναι καταφερτζής, κάτι θα καταφέρει και για εμάς τους αγνούς ψηφοφόρους του… (που ψηφίζουμε φρόνιμα, αλλά χωρίς φρόνηση…). Σε μια κατάσταση που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τις καλές προθέσεις από τις κρυφές υστεροβουλίες, πολύ πιθανόν να αδικώ κάποιους πολιτικούς κι ασφαλώς δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Έχουν τον χρόνο να το απαντήσουν με τα έργα τους. Σε όσους ζορίζονται απ’ αυτά που γράφω, υπενθυμίζω απλώς τη γνωστή φράση: «Όποιος δεν αντέχει τη ζέστη να μην μπαίνει στην κουζίνα». Ας αφήσουμε τους πολιτικούς (αρκετά ζεμάτισαν τ’ αυτιά τους, είναι και καλοκαίρι) και να πάμε σ’ εμάς τους πολίτες. Μη νομίζετε ότι έχουμε καλύτερη συμπεριφορά. Κι εμείς θέλουμε να είμαστε νικητές ή με τους νικητές, παραβλέποντας ή λησμονώντας ακόμη και τη βασικότερη αρχή που λέει ότι για να υπάρχουν νικητές πρέπει να υπάρχουν και ηττημένοι. Βέβαια, η νίκη είναι κίνητρο, επιθυμία και σκοπός για τους ανθρώπους. Πουθενά δεν πάμε για να χάσουμε (ούτε στο τάβλι, αν είναι δυνατόν), όμως, δεν υπάρχει κάτι που να το διασφαλίζει απολύτως αυτό. «Εβγήκαν όλοι νικητές και χάσαν’ όλοι οι άλλοι» έλεγε σατιρικά ο Χάρρυ Κλυνν. Επομένως, οι ρόλοι αυτοί δεν είναι μόνιμοι, αλλά μπορούν να εναλλάσσονται κι από νικητές να βρεθούμε χαμένοι. Ας το έχουμε αυτό πάντοτε υπ’ όψιν μας, ώστε σε κάθε περίπτωση νίκης να ερχόμαστε και στη θέση των ηττημένων, για να μετριάζουμε τους πανηγυρισμούς και την αλαζονεία μας. Η προκλητική διαχείριση της νίκης γεννά και γιγαντώνει την έχθρα, η οποία κάποια στιγμή καταλήγει σε σύγκρουση και βία. Σε μια τέτοια κοινωνία «θρήνησε τον νικητή μαζί με τον νικημένο…», όπως έγραφε κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στους Πεζούς Ρυθμούς του. Ας μην ξεχνάμε ότι απ’ το πολύ το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ πολλές φορές ΝΕΝΙΚΗΘΗΚΑΜΕΝ αλλά και να ευχόμαστε όλοι οι άνθρωποι να είναι νικητές στον αγώνα της ζωής, απέναντι στις αρρώστιες και στις δυσκολίες τους. 20/7/2026

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα Είχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί άφηναν ελεύθερα στην εξοχή τα ζώα τους να βόσκουν νύχτα μέρα, βόδια και άλογα μαζί. «Εμείς να μην αφήσομε έξω τη γαϊδουρίτσα μας», είπε η Σμαράγδα στον άντρα της το χαλκιά, το Ζαφείρη τον Τσιρίμπαση. «Όλος ο κόσμος τ’ αφήνει έξω· γιατί εμείς όχι;»
«Oι άλλοι, αν πάθουν τίποτα, έχουν ν’ αγοράσουν κι άλλα. Εμείς; Πέρσι θυμάσαι που μας ψόφησε το μουλάρι, χρεωθήκαμε για να πάρομε τη γαϊδουρίτσα. Έχει και το πουλαράκι της και δεν κάνει να μείνει έξω. Ποιος ξέρει αν κανένας λύκος δεν τη βρει αδύνατη και μας τη φάει». «Λύκος!… Πού βρέθηκε λύκος;» «Ναι· στου Λάλα έκοψε κάμποσα πρόβατα κι έπνιξε μια φοράδα». «Ε, τόσο μακριά μπορεί· μα στο χωριό μας χρόνια τώρα που δε φάνηκε». Πού να ήξερε ο Τσιρίμπασης πως ο λύκος μπορεί να βραδιάσει στη Ρούμελη και περνώντας το γεφύρι του Ισθμού να ξημερωθεί στα βουνά του Μοριά! Αλήθεια, το χωριό που ονόμασε η Σμαράγδα, το ρήμαξαν δυο λύκοι. Είχαν βγει συντροφιά να κυνηγήσουν. Κρύβονταν την ημέρα στο δάσος ή σε καμιά απόμερη σπηλιά και τη νύχτα ρίχνονταν στα κοπάδια. Ώσπου να πουν: «λύκος τριγυρνάει στις στάνες μας», ούτε λύκος φαινόταν ούτε τ’ αχνάρια του. Σ’ ένα βουνό οι δύο λύκοι την ώρα που σκοτείνιαζε απάντησαν μια αλεπού. Ήταν βιαστική, μα κοντοστάθηκε και τους κοίταξε. Την κοίταξαν κι εκείνοι φιλικά, σαν να της έλεγαν πως είναι ξένοι και δεν ξέρουν πού έχει καλό κυνήγι. Η αλεπού οσμίσθηκε τριγύρω και σταμάτησε κάπου το κεφάλι της, σαν να τους έδειχνε κάτι σπουδαίο. Έπειτα τους έριξε μια ματιά κι έγινε άφαντη. Oι λύκοι κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει: «Πιο εύκολα θα κυνηγήσετε στου Τάση τη στάνη. Σκυλιά δεν έχει, και ο τσοπάνης αγαπά τον ύπνο. Είχε κάμποσες κότες και της πήρα όλες τη μια με την άλλη». Oι δυο λύκοι προχώρησαν. Πήγαιναν σκυμμένοι στη γη με τα ποδάρια τους ανοιχτά, σα να πηδούσαν κι όχι να περπατούσαν. Τα ρουθούνια τους ήταν υγρά και μύριζαν το χώμα και τον αέρα από μακριά. Τα αυτιά τους άκουαν και τον παραμικρό ήχο· η μακριά και φουντωτή ουρά τους ήταν μισοσηκωμένη, για να μην κάνει θόρυβο στα κλαριά και στα χορτάρια. Όπως ήταν σταχτόμαυρη, μακριά και πυκνή η τρίχα τους, καθένας θα τους έπαιρνε για τσοπανόσκυλα. Έφτασαν έτσι σ’ ένα ψήλωμα και στάθηκαν να ιδούν πριν να βγούνε στ’ ανοιχτά. Αποκεί πότε κοίταζαν γύρω, πότε κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν να κρυφομιλούσαν. Η αστροφεγγιά φώτιζε τη στάνη σαν ημέρα. O ουρανός ήταν βαθιά γαλανός. O γαλαξίας τον εχώριζε τον ουρανό στη μέση σαν απέραντο ασημόστρωτο ποτάμι. Μέσα στο μαντρί τα πρόβατα πλαγιασμένα καταγής, το ένα κοντά στο άλλο, φαίνονταν σα μεγάλη φλοκάτα απλωμένη στην αστροφεγγιά. Η πόρτα του μαντριού ήταν κλειστή, δεξιά κι αριστερά γυάλιζαν οι μεγάλες πέτρες, που κάθονται οι τσοπάνηδες την αυγή και αρμέγουν. Απάνω στα ξύλα φαίνονταν οι ξύλινες καρδάρες ανάποδα σαν καπέλα στραβοβαλμένα. Παραέξω σε δυο διχαλωτά ξύλα κρεμόταν το μαύρο λεβέτι που έβραζαν το γάλα. Και βαθιά μέσα στο μαντρί ξεχώριζε η καλυβούλα του τσοπάνη με τη στρογγυλή μικρή πορτούλα της, σα μεγάλο μάτι ορθάνοιχτο. Φωνή, μιλιά, τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα κουδουνάκι ξυπνούσε τη νύχτα με τη φωνίτσα του: ντιν! ντιν! ντιν! … Τέλος οι δύο λύκοι σηκώθηκαν, οσμίσθηκαν το δρόμο, και πλησίασαν πάλι τα κεφάλια τους να συνεννοηθούν· ήθελαν να ειπούν στη γλώσσα τους να μην έχουν εμπιστοσύνη στα λόγια της αλεπούς, να ριχτεί ο ένας στο μαντρί, και αν τύχει να είναι σκυλιά, να τα βάλει μαζί τους. Έτσι ο άλλος θα κατορθώσει ν’ αρπάξει ένα πρόβατο, θα πάρει τη ρεματιά και θα βγει στο Γεροντόβραχο. Εκεί ν’ ανταμώσουν να το φάνε. Έπεσαν έπειτα χάμω κι άρχισαν να σέρνονται κατά το μαντρί. Τόσο απαλά σέρνονταν, που ούτε λιθάρι κυλούσε, ούτε ξύλο σάλευε στο πέρασμά τους. Μα με όλη την προφύλαξη ακούστηκε κάποιο τρίξιμο στο μαντρί. Εκείνος που προχωρούσε λίγο εμπρός γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το σύντροφό του. Ήθελε να του ειπεί: «Ψέματα μας είπε η ξαδέρφη μας η αλεπού… Όπως είπαμε». Και αμέσως τινάχτηκε στα λιγνά ψηλά πόδια του, λύγισε το κορμί του, τέντωσε ίσα εμπρός το λαιμό του και το κεφάλι του χώθηκε σα σφήνα στο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή δύο στρογγυλοί και μαλλιαροί ίσκιοι όρμησαν από το μαντρί και με φοβερά γαβγίσματα ρίχτηκαν απάνω του. Εκείνος το έβαλε στα πόδια. O άλλος λύκος πήδησε στο μαντρί και πριν καλά να τον νιώσουν τα πρόβατα, άλλου ξέσκισε την κοιλιά, άλλου έσπασε τη ραχοκοκαλιά. Εκείνα πετάχτηκαν από τον ύπνο τρομαγμένα και στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο. Στην άλλη άκρη του μαντριού, όσα μπόρεσαν πήδησαν το φράχτη και σκόρπισαν στο σκοτάδι. Τα περισσότερα στάθηκαν εκεί τρέμοντας, με το κεφάλι κρυμμένο στα πόδια το ένα του άλλου. O λύκος, άμα χόρτασε από αίμα, άρπαξε ένα πρόβατο στα δόντια του, πήδησε το μαντρί και πήρε τη ρεματιά. Στο μεταξύ ξύπνησε ο βοσκός, άρπαξε τ’ όπλο του και άρχισε να πυροβολεί. Πυροβολούσε στον αέρα και φώναζε δυνατά, για να δώσει είδηση και στ’ άλλα μαντριά. Δεν άργησε ν’ ακουστούν και αποκεί άλλες τουφεκιές, φωνές και γαβγίσματα. Τα βουνά αντιλαλούσαν γύρω. Καθώς έτρεχε ο λύκος, έξαφνα είδε μαύρον ίσκιο να κατρακυλά από το βουνό κι ένιωσε το ζεστό χνότο ενός σκύλου να του καίει την πλάτη. Χωρίς να θέλει, παράτησε καταγής το πρόβατο κι εξακολούθησε να τρέχει με πιο ανοιχτά πηδήματα. Όσο όμως κι αν έτρεχε δεν άργησε να αισθανθεί στα πίσω πόδια του άγριες δαγκωματιές. Τέλος, έπειτα από πολλά κατόρθωσε να ξεφύγει και να φτάσει στο Γεροντόβραχο. Έμεινε εκεί κάμποσες ημέρες, ώσπου να γιάνουν οι πληγές του. Αναγκάστηκε να τρέφεται με σκουλήκια. Του κάκου περίμενε το σύντροφό του. Έπειτα, μόλις ένιωσε πως μπορούσε να περπατήσει, βγήκε πάλι στο κυνήγι. Στις ρεματιές έκανε ακόμη ζέστη· άρχισε κι ανέβαινε στα ψηλά. Κάτι όψιμα λαγουδάκια κι ένα κατσικάκι που έμεινε πίσω από τη συντροφιά του, τον έθρεψαν στο δρόμο και τον εδυνάμωσαν. Καθώς βγήκε σε μια ράχη, μύρισε ψοφίμι. Τα όρνια που είδε συναγμένα στο ψήλωμα και τα ρουθούνια του τον οδήγησαν γρήγορα σ’ έναν κέδρο. Τα όρνια πέταξαν σκούζοντας, όταν είδαν να πλησιάζει ο λύκος, σαν να θύμωσαν που τους χάλασε το φαγί τους. Κοιτάζει και τι βλέπει; Το σύντροφό του ελεεινό και άθλιο πτώμα· ούτε ο μισός δεν είχε μείνει. Έξαφνα βλέπει ένα λαγό. Έτρεξε να τον κυνηγήσει. Τον έπιασε και τον έφαγε. Από βουνό σε βουνό βρέθηκε μια βραδιά στο λιβάδι που έβοσκαν τα ζώα του χωριού. Το λιβάδι ανέβαινε σιγά σιγά σ’ ένα βουνό, σκεπασμένο μ’ έλατα, με κέδρα και πουρνάρια. Κάπου κάπου φούντωναν και μερικές γέρικες βελανιδιές. O λύκος, καθώς είδε τόσα ζώα να βόσκουν στη μοναξιά, στάθηκε· του κεντήθηκε η όρεξη να τα βάλει με τα μεγάλα ζώα. Έπεσε χάμω και άρχισε να σέρνεται απάνω στην ψηλή και δροσερή χλόη. Σερνόταν ήσυχα σα φίδι, μα, όσο προσεχτικά κι αν πλησίαζε, τα ζώα τον ένιωσαν. Τ’ άλογα χλιμίντρισαν ανήσυχα και τα βόδια μούγκρισαν. Και στη στιγμή όλα τ’ άλογα μαζεύτηκαν σ’ ένα μέρος, έσμιξαν τα κεφάλια τους, σα να ήταν όλα δεμένα σ’ ένα στύλο, και με τα κορμιά τους έκαμαν κύκλο. Το ίδιο έκαμαν και τα βόδια. Συνάχτηκαν, έβαλαν στη μέση τα μοσχάρια και τις αδύνατες αγελάδες, κι εκείνα στάθηκαν ολόγυρα με τα κεφάλια σκυμμένα κάτω και τα κέρατα έτοιμα. O λύκος σύρθηκε πρώτα μια δυο φορές γύρω στ’ άλογα και δοκίμασε να πηδήσει στη ράχη κανενός. Μα τ’ άλογα άρχισαν τέτοιες κλοτσιές με τα πίσω πόδια τους, που για πολλήν ώρα δεν έβλεπες παρά ατσαλένιες οπλές μέσα σε ουρές φουντωμένες. Πού να τολμήσει να πλησιάσει ο λύκος! Σύρθηκε έπειτα γύρω στα βόδια και δοκίμασε μ’ ένα πήδημα ν’ ανοίξει το λαιμό κανενός. Μα κάθε φορά που δοκίμαζε, αντί το λαιμό έβρισκε εμπρός του κάτι κέρατα μυτερά και δυνατά, έτοιμα να του σκίσουν την κοιλιά. Μάκρυνε λοιπόν από κει για να συλλογιστεί καλύτερα τι να κάμει. Έξαφνα βλέπει τη γαϊδουρίτσα του Τσιρίμπαση με το πουλαράκι της. Ήταν ξεχασμένη σε κάποιο ψήλωμα, και τώρα που ένιωσε τον img13_2κίνδυνο έτρεξε τον κατήφορο για να χωθεί ανάμεσα στ’ άλογα. O λύκος έτρεξε να της κόψει το δρόμο. Ένα σκυλάκι βρέθηκε συμμαζεμένο σε μια κουφάλα πουρναριού κι έτρεμε από το φόβο του. Μα όταν είδε το λύκο να χυθεί απάνω στη γαϊδουρίτσα, βγήκε κι έτρεξε για το χωριό. O λύκος άρχισε να φέρνει γύρους τη γαϊδουρίτσα, όλο και στενότερους γύρους, να της δείχνει τα δόντια του. Εκείνη στάθηκε απελπισμένη. Έτρεμε ολόκληρη· αδύνατο να φτάσει στ’ άλογα. O λύκος έβαλε σημάδι το πουλαράκι και χύθηκε απάνω του. Μα τώρα ήρθε η σειρά της μάνας. Η γαϊδουρίτσα πήρε θάρρος και μπήκε ανάμεσα στο λύκο και το παιδί της. Με τα πίσω πόδια της άρχισε να κλοτσά και με το στήθος της να σπρώχνει το πουλαράκι της στην κουφάλα ενός έλατου. Μα εκείνο δεν τη βοηθούσε καθόλου· έτρεμε κι έστεκε ακίνητο. Πολλές φορές τέντωνε το κεφάλι του περίεργο να ιδεί τι γίνεται πίσω από τη μάνα του. Τέλος η γαϊδουρίτσα κατάφερε να βάλει μέσα το πουλαράκι, έκλεισε με το στήθος της την κουφάλα και με τα πίσω πόδια της έδινε κλοτσιές αδιάκοπα. O λύκος άφρισε από τη λύσσα του. Πολλές φορές κατόρθωσε να μπήξει τα δόντια του στ’ αφύλαχτα πλευρά της γαϊδουρίτσας. Μα στο τέλος έπεσε κάτω από τις κλοτσιές της. Τα αίματα έτρεχαν από τα πλευρά της γαϊδουρίτσας· μα δεν έτρεχαν λιγότερα από το κεφάλι του λύκου. Η άμοιρη μάνα προστάτευε και με το αίμα της το παιδί της. Έξαφνα ακούστηκαν μακριά βραχνά γαβγίσματα· ήταν ο Αράπης του γύφτου, ένα κατάμαυρο μεγάλο μαντρόσκυλο. Το σκυλάκι που έφυγε από το λιβάδι ήρθε λαχανιασμένο στο σπίτι του Τσιρίμπαση και με τα νοήματα έδωσε να καταλάβει πως η γαϊδουρίτσα τους κινδύνευε. O Τσιρίμπασης κοιμόταν έξω από το σπίτι. O Αράπης τον τράβηξε από τα ρούχα, τον ξύπνησε και του έδειξε πως έπρεπε να πάρει το τουφέκι του και να τον ακολουθήσει. Τον τράβηξε άλλη μια φορά και έτρεξε εμπρός μαζί με το σκυλάκι. Από τα γαβγίσματα του Αράπη ξύπνησε κι η Σμαράγδα. «Πάει η γαϊδουρίτσα μου!», είπε. O λύκος στο μεταξύ είχε καιρό να φύγει. Κατάλαβε πως καθώς ήταν κουρασμένος δύσκολα θα γλίτωνε από τα δόντια του Αράπη. Πήρε λοιπόν τον κατήφορο. Μα κι ο σκύλος τον πήρε από κοντά και τον έριξε στο δρόμο του χωριού. Σε μια στροφή τον αντίκρισε ο Τσιρίμπασης και με μια τουφεκιά τον ξάπλωσε κάτω. O Αράπης έτρεξε, τον άρπαξε από το λαιμό, τον εσήκωσε ψηλά, τον τίναξε, κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, τον πήρε κι έτρεξε με χαρά στον αφέντη του. Στο μεταξύ ξημέρωσε. Από τα γαβγίσματα των σκύλων και τις φωνές των τσοπάνηδων οι χωρικοί έμαθαν πως φάνηκε λύκος κι έτρεξαν στα χωράφια να ιδούν τα ζώα τους. Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω από το έλατο. Η γαϊδουρίτσα ζούσε ακόμη, μα το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Αγκομαχούσε τόσο θλιβερά, που ράγιζε του καθενός την καρδιά. Μόλις είδε τον Αράπη να σέρνει το λύκο, χάιδεψε με το κεφάλι της το πουλαράκι, έριξε μια ματιά ευχαριστημένη στο σκύλο και ξεψύχησε. Το πουλαράκι δεν είχε πάθει τίποτα, μα δύσκολα κατόρθωσαν να το βγάλουν αποκεί. Τόσο ήταν τρομαγμένο. Κάποιος είπε με συγκίνηση: «Τέτοια μάνα δεν πρέπει να τη φάνε τα κοράκια κι οι αλεπούδες. Λέω να τη θάψομε». Όλοι το δέχτηκαν, έσκαψαν ένα λάκκο και την έθαψαν εκεί. Από τότε το μέρος εκείνο έμεινε να λέγεται «Το μνήμα της μάνας».

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω...

Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω στα Βραγκιανά Αργιθέας: Ήρθε το νερό στις εγκαταστάσεις του Συλλόγου και Εκκλησίας, αλλά «έσβησε» Το ίντερνετ (Wi-Fi) στον συνοικισμό του Προφήτη Ηλία.
Μεικτά συναισθήματα, οργή και αγανάκτηση επικρατούν στους κατοίκους του συνοικισμού στη θέση Προφήτης Ηλίας, στο Τοπικό Διαμέρισμα Βραγκιανών του Δήμου Αργιθέας. Μετά από δεκαετίες αναμονής και αδικαιολόγητων καθυστερήσεων, η δημοτική αρχή κατάφερε επιτέλους να λύσει το ζωτικό πρόβλημα της υδροδότησης, φέρνοντας το νερό στο κοιμητήριο, στις εγκαταστάσεις του Πολιτιστικού Συλλόγου και της Εκκλησίας του Προφήτη Ηλία.
Εκεί όμως που πιστέψαμε ότι γίνονται βήματα προς τον εκσυγχρονισμό και την αξιοποίηση του χώρου, μια άλλη εξέλιξη μας γύρισε χρόνια πίσω. Το ίντερνετ Wi-Fi «σιώπησε» για πάντα για τον συνοικισμό μας και όχι μόνο. Με την ξαφνική απομάκρυνση των κεραιών ενίσχυσης σήματος από τη θέση Προφήτης Ηλίας, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες απομονώθηκαν πλήρως, ψηφιακά και επικοινωνιακά.
Σε μια ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή όπως η Αργιθέα, η πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν είναι πολυτέλεια• είναι ζήτημα επιβίωσης, ασφάλειας και επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο.
Είναι απαράδεκτο να πανηγυρίζουμε για το αυτονόητο —το νερό στις βασικές υποδομές— και την ίδια στιγμή να στερούνται γειτονιές το ίντερνετ Wi-Fi. Καλούμε τη δημοτική αρχή και τον υπεύθυνο να δώσει άμεσα εξηγήσεις: Γιατί απομακρύνθηκαν οι κεραίες ενίσχυσης σήματος από τη θέση Προφήτης Ηλίας, αφήνοντας τις γύρω γειτονιές χωρίς κάλυψη και όχι μόνο; Ποιο είναι το εναλλακτικό πλάνο για την ψηφιακή επανένταξη της περιοχής; Πότε σκοπεύουν να αποκαταστήσουν το δικαίωμά μας στην επικοινωνία; Οι τοπικοί Σύλλογοι γιατί σιωπούν για ένα τόσο μεγάλο θέμα; Οι σύλλογοι και οι φορείς πρέπει να είναι πρωτοπόροι και να τα αναδεικνύουν τα θέματα αυτά.
Ζητάμε την άμεση παρέμβαση των αρμοδίων. Η ανάπτυξη της Αργιθέας δεν μπορεί να αποκλείει από το ίντερνετ (Wi-Fi) ολόκληρους συνοικισμούς. Δεν δεχόμαστε να ζούμε στο σκοτάδι της απομόνωσης και στέρησης βασικών υποδομών. Οι κάτοικοι του συνοικισμού Προφήτη Ηλία (Βραγκιανά Αργιθέας)